σακαράκα

η, Ν
1. παλιό και άχρηστο σπαθί
2. (με σκωπτική σημ.) κάθε παλιό και αχρηστευμένο αντικείμενο και ιδίως αυτοκίνητο ή μηχάνημα («στο ράλυ αντίκα παρέλασαν όλες οι σακαράκες»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ιταλ. carcassa «σκελετός ζώου, στήριγμα οποιουδήποτε έργου», με αντιμετάθεση τών συλλαβών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σακαράκα — η (λ. ιταλ.) 1. παλιό αυτοκίνητο, σαράβαλο: Δεν ταξιδεύω μ αυτή τη σακαράκα. 2. γενικά πράγμα παλιό και άχρηστο. 3. παλιό και άχρηστο σπαθί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σακαράκας — ο, Ν [σακαράκα] (με ειρωνική σημ.) άξεστος και αγράμματος στρατιωτικός που γελοιοποιείται προβάλλοντας διαρκώς τον εαυτό του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.